σεμπριά

η, Ν [σέμπρος]
επίμορτη καλλιέργεια, καλλιέργεια κτήματος ή εκτροφή ζώων από σέμπρο, κοληγιά.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • κτηνοληψία — η ειδική μορφή μίσθωσης ζώων που βρίσκονται σε αγροτικό κτήμα ή επιχείρηση, κν. σεμπριά ή σμιξιά ή γιούμορο …   Dictionary of Greek

  • sấmbră — sîmbră ( re), s.f. – Asociaţie, societate, companie. sl. sŭmbrŭ tovarăş (Miklosich, Fremdw., 125; Tiktin; Byhan 230), cf. mag. szimbra societate . – Der. simbrie (var. sîmbrie), s.f. (Trans., Mold., asociaţie de ţărani, pentru lucrarea pămîntului …   Dicționar Român

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.